Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάκε < ιαπωνική (αλκοολούχο ποτό)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάκε ουδέτερο άκλιτο

  1. είδος γιαπωνέζικου οινοπνευματώδους ποτού, ριζόκρασο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

σάκε αρσενικό

  1. σάκος, στην κλητική του ενικού