Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρωτώ < μεσαιωνική ελληνική ρωτώ < αρχαία ελληνική ἐρωτάω / ἐρωτῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ρωτώ (παθητική φωνή: ρωτιέμαι, ερωτούμαι)

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία