Arrows blue.png Δείτε επίσης: ρωτώ

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

ἐρωτῶ

  1. Ζητώ να μάθω, κάνω μία ερώτηση
  2. Παρακαλώ

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  • (Ιωνικός τύπος) εἰρωτάω, εἰρωτέω


Κλίση

  • Ενεστ. ἐρωτῶ / εἰρωτῶ (ιων. τύπος)
  • Παρατ.. ἠρώτων / εἰρώτεον
  • Μέλλ. ἐρωτήσω
  • Αόρ. ἠρώτησα / εἰρώτησα
  • Παρακ. ήρώτηκα / εἰρώτηκα
  • Υπερσ. ἠρωτήκειν / εἰρωτήκειν [1]
  1. Νέον ορθογραφικόν ετυμολογικόν λεξικόν, Δημήτριος Δημητράκος, Αθήνα 1970, σελ. 617.