Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η ρέφα
      γενική της ρέφας
    αιτιατική τη ρέφα
     κλητική ρέφα
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρέφα < ρεφ(άρω) + (αναδρομικός σχηματισμός)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɾe.fa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρέφα θηλυκό, μόνο στον ενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία