Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προεπισκόπηση < προ- + επισκόπηση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προεπισκόπηση θηλυκό

  1. το να βλέπει κανείς ποια θα είναι τα αποτελέσματα των αλλαγών του σε μια ιστοσελίδα πριν τις αποθηκεύσει
  2. προεπισκόπηση εκτύπωσης: το να βλέπει κανείς στην οθόνη του ποια εμφάνιση θα έχει ένα εκτυπωμένο έγγραφο πριν το εκτυπώσει


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία