Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πολυκατάστημα τα πολυκαταστήματα
      γενική του πολυκαταστήματος των πολυκαταστημάτων
    αιτιατική το πολυκατάστημα τα πολυκαταστήματα
     κλητική πολυκατάστημα πολυκαταστήματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολυκατάστημα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολυκατάστημα ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία