Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποδαράκι < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποδαράκι ουδέτερο

  1. μικρό πόδι
  2. δημοτικός χορός Θράκης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία