Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πνιγμονή οι πνιγμονές
      γενική της πνιγμονής των πνιγμονών
    αιτιατική την πνιγμονή τις πνιγμονές
     κλητική πνιγμονή πνιγμονές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πνιγμονή < πνιγ- (του πνίγω) + -μονή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πνιγμονή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία