Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οἰκισμός < οἰκίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οἰκισμός αρσενικό

  1. η ίδρυση πόλης

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία