Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεβγάζω < μεσαιωνική ελληνική ξεβγάνω και ξεβγάλλω < ξε και βγάλλω < από τον αόριστο ή άλλο τύπο του (αρχαία ελληνική ) ἐκβάλλω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεβγάζω

  1. συνοδεύω κάποιον έξω από (ένα σπίτι, κλπ)
    συνώνυμα: κατευοδώνω, ξεπροβοδίζω
  2. ξεπλένω για να φύγουν τα σαπούνια από κάτι που σαπούνισα
  3. διαφθείρω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία