Άνοιγμα κυρίου μενού

ναρκαλιευτικό

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναρκαλιευτικό ναρκαλιευτικά
γενική ναρκαλιευτικού ναρκαλιευτικών
αιτιατική ναρκαλιευτικό ναρκαλιευτικά
κλητική ναρκαλιευτικό ναρκαλιευτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ναρκαλιευτικό < νάρκη + αλιεύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ναρκαλιευτικό ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος): εξειδικευμένος τύπος πολεμικού πλοίου υποστήριξης που φέρει κατάλληλο εξοπλισμό για αλιεία και εξουδετέρωση θαλασσίων ναρκών.

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία