Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπορδέλο τα μπορδέλα
      γενική του μπορδέλου των μπορδέλων
    αιτιατική το μπορδέλο τα μπορδέλα
     κλητική μπορδέλο μπορδέλα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπορδέλο < ιταλική bordello

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπορδέλο ουδέτερο

δείτε τη λέξη:  μπουρδέλο