↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
μισθᾰριο-
ονομαστική τὸ μισθάριον τὰ μισθάρι
      γενική τοῦ μισθαρίου τῶν μισθαρίων
      δοτική τῷ μισθαρί τοῖς μισθαρίοις
    αιτιατική τὸ μισθάριον τὰ μισθάρι
     κλητική ! μισθάριον μισθάρι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μισθαρίω
γεν-δοτ τοῖν  μισθαρίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
μισθάριον < μισθ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -άριον

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

μισθάριον, -ου ουδέτερο

Απόγονοι

επεξεργασία

μισθάριον (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: μισθάριν (μισθός, αμοιβή· ναύλος χωρίς υποκοριστική σημασία)
κυπριακά: μισθάριν
νέα ελληνικά: μισθάριο (μισθουλάκος)