Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μικρόταξη < μικρός + τάξη (μεταφραστικό δάνειο) νεολατινική parvordo (Χρειάζεται τεκμηρίωση)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μικρόταξη θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία