Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μητρομανία μητρομανίες
γενική μητρομανίας μητρομανιών
αιτιατική μητρομανία μητρομανίες
κλητική μητρομανία μητρομανίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μητρομανία < μήτρα + μανία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μητρομανία θηλυκό

  1. η παθολογική επιθυμία μιας γυναίκας να κάνει συνεχώς σέξ


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία