Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μεγαλορρημοσύνη οι μεγαλορρημοσύνες
      γενική της μεγαλορρημοσύνης των μεγαλορρημοσυνών
    αιτιατική τη μεγαλορρημοσύνη τις μεγαλορρημοσύνες
     κλητική μεγαλορρημοσύνη μεγαλορρημοσύνες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεγαλορρημοσύνη < ελληνιστική κοινή μεγαλορρημοσύνη < μεγαλορρήμων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεγαλορρημοσύνη θηλυκό

  1. τα μεγάλα λόγια, οι καυχησιολογίες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία