Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μεγαλογιατρός οι μεγαλογιατροί
      γενική του μεγαλογιατρού των μεγαλογιατρών
    αιτιατική τον μεγαλογιατρό τους μεγαλογιατρούς
     κλητική μεγαλογιατρέ μεγαλογιατροί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεγαλογιατρός < μεγάλος + γιατρός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεγαλογιατρός αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο γιατρός που είναι όνομα, είναι γνωστός, παίρνει μεγάλη επίσκεψη και συνήθως είναι πανεπιστημιακός ή διευθυντής σε κάποια κλινική


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία