Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαυλιστής < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαυλιστής αρσενικό

  1. αυτός που γοητεύει, ο γητευτής.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία