Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαρτυριάτικο < μαρτυρώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαρτυριάτικο ουδέτερο

  • μικρή εικόνα (άλλοτε σε σχήμα ωοειδές) και με μικρή οπή για να περνάει κορδελίτσα -απεικόνιζε τη βάφτιση του Χριστού και δινόταν στους καλεσμένους στα βαφτίσια
  • δείτε τη λέξη μαρτυρίκι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία