Arrows blue.png Δείτε επίσης: Μίλτος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μίλτος < αρχαία ελληνική μίλτος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μίλτος θηλυκό

  1. κόκκινη χρωστική ουσία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μίλτος θηλυκό

  1. κόκκινη ώχρα
  2. κοκκινωπό οξείδιο του μολύβδου
  3. (σε μαγικά κείμενα) το αίμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία