Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάλη < αρχαία ελληνική μάλη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάλη θηλυκό

  1. η μασχάλη· χρησιμοποιείται μόνο στην έκφραση υπό μάλης: κάτω από τη μασχάλη
    πήρε το βιβλίο υπό μάλης και τράβηξε για το μάθημα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάλη < πιθανόν να ήταν πιο λαϊκή και σύντομη λέξη για τη μασχάλη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάλη θηλυκό

  • απαντά μόνον στη επιρρηματική φράση ὑπό μάλης: κάτω απ' τη μασχάλη, λαθραία, στα κρυφά
Ξιφίδια ὑπὸ μάλης ἔχοντας και αλλού κρύπτειν ὑπὸ μάλης
Οὐδ᾽ ὑπὸ μάλης ἡ πρόκλησις γέγονεν, ἀλλ᾽ ἐν τῇ ἀγορᾷ μέσῃ