Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λεχρίτης < αρχαία ελληνική λέχριος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λεχρίτης αρσενικό

  1. ο βρομιάρης
  2. ο ανέντιμος, ο τιποτένιος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία