Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λάχανον λαχάνω λάχανα
Γενική λαχάνου λαχάνοιν λαχάνων
Δοτική λαχάν λαχάνοιν λαχάνοις
Αιτιατική λάχανον λαχάνω λάχανα
Κλητική λάχανον λαχάνω λάχανα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λάχανον < λαχαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λάχανον ουδέτερο

  1. κάθε λαχανικό που καλλιεργείται
  2. (συνεκδοχικά) λαχαναγορά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία