Δείτε επίσης: Κῆϋξ, κήϋξ, Κήϋξ

Αρχαία ελληνικά (grc) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
κηῡκ-
ονομαστική κῆϋξ οἱ κήϋκες
      γενική τοῦ κήϋκος τῶν κηΰκων
      δοτική τῷ κήϋκ τοῖς κήϋξ(ν)
    αιτιατική τὸν κήϋκ τοὺς κήϋκᾰς
     κλητική ! κῆϋξ κήϋκες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κήϋκε
γεν-δοτ τοῖν  κηΰκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

κῆϋξ < (ηχομιμητική λέξη)

  Ουσιαστικό επεξεργασία

κῆϋξ αρσενικό

  Πηγές επεξεργασία