Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρεβατάκι < μεσαιωνική ελληνική κρεβατάκιον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɾɛ.va.ta.ci/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρεβατάκι ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία