Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κινηματογραφώ < κινηματογράφος + < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική cinématographe < αρχαία ελληνική κίνημα + γράφω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ki.ni.ma.to.ɣra.'fo/

  ΡήμαΕπεξεργασία

κινηματογραφώ (παθητική φωνή: κινηματογραφούμαι)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία