Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κελεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κελεύω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ceˈle.vo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κε‐λεύ‐ω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κελεύω, αόρ.: εκέλευσα όπως στην αρχαία κλίση του κελεύω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κελεύω < λείπει η ετυμολογία[1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

κελεύω

  1. παροτρύνω, παρακινώ
  2. διατάζω, παραγγέλλω
  3. ζητώ, αξιώνω
  4. παρακαλώ, ικετεύω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  1. Ο Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.  πιθανολογεί από το ρήμα κέλομαι, αν και θεωρεί το -ευ- ανεξήγητο. Το θεωρεί επίσης συγγενικό με το κέλευθος και τελευτή