Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καταλληλότητα οι καταλληλότητες
      γενική της καταλληλότητας των καταλληλοτήτων
    αιτιατική την καταλληλότητα τις καταλληλότητες
     κλητική καταλληλότητα καταλληλότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταλληλότητα < κατάλληλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καταλληλότητα θηλυκό

  • η ιδιότητα του κατάλληλου
    από πολλές πλευρές αμφισβητείται η καταλληλότητα των νέων διδακτικών βιβλίων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία