Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ καμίσιον τὰ καμίσι
      γενική τοῦ καμισίου τῶν καμισίων
      δοτική τῷ καμισί τοῖς καμισίοις
    αιτιατική τὸ καμίσιον τὰ καμίσι
     κλητική ! καμίσιον καμίσι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  καμισίω
γεν-δοτ τοῖν  καμισίοιν
2η κλίση όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καμίσιον < (άμεσο δάνειο) μεσαιωνική λατινική camisia

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καμίσιον ουδέτερο (όψιμη ελληνιστική κοινή)

  1. λινό ρούχο
  2. άμφιο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

μεσαιωνικά ελληνικά:

  ΠηγέςΕπεξεργασία