Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑποκάμισον < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ὑποκάμισον. Συγχρονικά αναλύεται σε (ὑπό) ὑπο- + κάμισον. Δείτε το λατινικό camisia

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὑποκάμισον ουδέτερο

  • δείτε τη λέξη ὑποκάμισον (όψιμη ελληνιστική κοινή)
    ※  ποτὲ ὑποκάμισον καλὸν δὲν ἐφόρεσεν, ἀλλὰ πάντοτε μπαλωμένος (Nεκτάριος Iεροσολύμων ο Kρης, Eπιτομή της Iεροκοσμικής Iστορίας Βενετία: 1677 (ανατ. Aθήνα 1980) Ιστ. 292).

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὑποκάμισον ὑποκαμίσω ὑποκάμισα
Γενική ὑποκαμίσου ὑποκαμίσοιν ὑποκαμίσων
Δοτική ὑποκαμίσ ὑποκαμίσοιν ὑποκαμίσοις
Αιτιατική ὑποκάμισον ὑποκαμίσω ὑποκάμισα
Κλητική ὑποκάμισον ὑποκαμίσω ὑποκάμισα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑποκάμισον < (ὑπό) ὑπο- + *καμίσα/καμίσιον < camisia

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὑποκάμισον ουδέτερο (όψιμη ελληνιστική κοινή)

  1. (ενδυμασία) ρούχο που φοριέται κάτων από το καμίσιον
  2. εσωτερικό ιμάτιο
  3. επενδύτης
  4. υποκάμισο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία