Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κάπρος οι κάπροι
      γενική του κάπρου των κάπρων
    αιτιατική τον κάπρο τους κάπρους
     κλητική κάπρε κάπροι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάπρος < αρχαία ελληνική κάπρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάπρος αρσενικό

  1. (ζωολογία) ενήλικο αρσενικό αγριογούρουνο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία