Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάμποτο κάμποτα
γενική κάμποτου κάμποτων
αιτιατική κάμποτο κάμποτα
κλητική κάμποτο κάμποτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάμποτο < αγγλική cabot

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάμποτο ουδέτερο

  1. είδος χοντρού βαμβακερού υφάσματος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία