Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιντριγκαδόρος οι ιντριγκαδόροι
      γενική του ιντριγκαδόρου των ιντριγκαδόρων
    αιτιατική τον ιντριγκαδόρο τους ιντριγκαδόρους
     κλητική ιντριγκαδόρε ιντριγκαδόροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιντριγκαδόρος < ίντριγκ(α) + -αδόρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιντριγκαδόρος αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία