ερμηνευτισμός
Νέα ελληνικά (el)
επεξεργασίαΕτυμολογία el
επεξεργασίαερμηνευτισμός < ερμηνευτικός + -ισμός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Ουσιαστικό
επεξεργασίαερμηνευτισμός αρσενικό
- (φιλοσοφία, κοινωνικές επιστήμες) η θεώρηση ότι ο ανθρώπινος νους μπορεί να συλλάβει επαρκώς σύνθετους μηχανισμούς και αλληλεπιδράσεις συστατικών, χωρίς να έχει πλήρη στοιχεία και ντοκουμέντα· η άποψη σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη δραστηριότητα προκύπτει από ανταπόκριση σε εξωτερικά ερεθίσματα με τρόπους διαφορετικούς, ανάλογα με την ερμηνεία τους από τα άτομα και όχι τόσο με ένα λίγο πολύ καθορισμένο, σε σχέση με τις εξωτερικές συνθήκες, τρόπο, όπως υποστηρίζει κυρίως ο θετικισμός
Μεταφράσεις
επεξεργασία ερμηνευτισμός
|