↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ενηλικίωση οι ενηλικιώσεις
      γενική της ενηλικίωσης* των ενηλικιώσεων
    αιτιατική την ενηλικίωση τις ενηλικιώσεις
     κλητική ενηλικίωση ενηλικιώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, ενηλικιώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ενηλικίωση < λείπει η ετυμολογία

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /e.ni.liˈci.o.si/

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ενηλικίωση θηλυκό


Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία