Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενηλικίωση < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.ni.liˈci.o.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενηλικίωση θηλυκό


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία