Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εκτελωνιστής οι εκτελωνιστές
      γενική του εκτελωνιστή των εκτελωνιστών
    αιτιατική τον εκτελωνιστή τους εκτελωνιστές
     κλητική εκτελωνιστή εκτελωνιστές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκτελωνιστής < εκτελωνίζω + -τής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εκτελωνιστής αρσενικό (θηλυκό: εκτελωνίστρια)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία