Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκτελωνίζω < εκ- + τελωνίζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική dédouaner)

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκτελωνίζω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία