Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εισαγωγούλα οι εισαγωγούλες
      γενική της εισαγωγούλας
    αιτιατική την εισαγωγούλα τις εισαγωγούλες
     κλητική εισαγωγούλα εισαγωγούλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εισαγωγούλα < εισαγωγή + κατάληξη υποκοριστικού -ούλα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εισαγωγούλα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία