Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η εγκληματολόγος οι εγκληματολόγοι
      γενική του/της εγκληματολόγου των εγκληματολόγων
    αιτιατική τον/την εγκληματολόγο τους/τις εγκληματολόγους
     κλητική εγκληματολόγε εγκληματολόγοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκληματολόγος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εγκληματολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία