Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυχατέρα δυχατέρες
γενική δυχατέρας δυχατέρων
αιτιατική δυχατέρα δυχατέρες
κλητική δυχατέρα δυχατέρες

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.xa.ˈtɛ.ɾa/

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυχατέρα < θυγατέρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δυχατέρα θηλυκό

  • άλλη μορφή του θυγατέρα
    Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ ἦταν ἕνας βασιλέας κι εἶχε μιὰ δυχατέρα. (Λαϊκό παραμύθι Ο Σιμιγδαλένιος. Στην συλλογή Μαγικά παραμύθια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, Αθήνα 1966.)

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία