διασάλευση

Ελληνικά (el) Edit

  Ετυμολογία Edit

διασάλευση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόEdit

διασάλευση θηλυκό

  1. η αναστάτωση, το τράνταγμα, συνήθως της έννομης τάξης


ΣυνώνυμαEdit

Συγγενικές λέξειςEdit

  ΜεταφράσειςEdit