Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το διάζωτο τα διάζωτα
      γενική του διαζώτου
διάζωτου
των διαζώτων
    αιτιατική το διάζωτο τα διάζωτα
     κλητική διάζωτο διάζωτα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάζωτο < δι- + άζωτο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάζωτο ουδέτερο

  1. (χημεία): χημική ένωση δύο ατόμων αζώτου, που συνδέονται με τριπλό δεσμό και συμπεριφέρονται ως μόριο
    οξείδιο του διαζώτου, τετραφθοριούχο διάζωτο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία