Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δεντρογαλιά δεντρογαλιές
γενική δεντρογαλιάς δεντρογαλιών
αιτιατική δεντρογαλιά δεντρογαλιές
κλητική δεντρογαλιά δεντρογαλιές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεντρογαλιά < δενδρογαλή < δένδρο + γαλή (επειδή αναρριχάται σε δέντρα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δεντρογαλιά θηλυκό

  1. μη δηλητηριώδες είδος φιδιού (Hierophis gemonensis και παλαιότερα Coluber gemonensis)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία