Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεκαεφτά < ελληνιστική κοινή δεκαεπτά

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

δεκαεφτά και δεκαεπτά

  1. απόλυτο αριθμητικό (17)· έπεται του δεκαέξι (16) και προηγείται του δεκαοχτώ (18)· με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται ιζ΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XVII

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

  1. ουδέτερο: σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
  2. ουδέτερο: οτιδήποτε (πχ δωμάτιο, λεωφορείο) έχει ως χαρακτηριστικό αριθμό το 17
  3. ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό: για να δηλωθεί ηλικία
    στα δεκαεφτά του μπάρκαρε
  4. θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό: για να δηλωθεί ημερομηνία
    στις δεκαεφτά του μηνός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία