Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δάγκειος δάγκειοι
γενική δαγκείου
& δάγκειου
δαγκείων
& δάγκειων
αιτιατική δάγκειο δαγκείους
& δάγκειους
κλητική δάγκειε δάγκειοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δάγκειος < γαλλική dengue

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δάγκειος αρσενικό

  1. ο δάγκειος πυρετός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία