Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

δάγκειε αρσενικό

  1. δάγκειος, στην κλητική του ενικού