Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γαστραλγία οι γαστραλγίες
      γενική της γαστραλγίας των γαστραλγιών
    αιτιατική τη γαστραλγία τις γαστραλγίες
     κλητική γαστραλγία γαστραλγίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαστραλγία < γαλλική gastralgie < γαστρο- + -αλγία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γαστραλγία θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία