Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βρωμητής οἱ βρωμηταί
      γενική τοῦ βρωμητοῦ τῶν βρωμητῶν
      δοτική τῷ βρωμητ τοῖς βρωμηταῖς
    αιτιατική τὸν βρωμητήν τοὺς βρωμητᾱ́ς
     κλητική ! βρωμητᾰ́ βρωμηταί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βρωμητᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  βρωμηταῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ποιητής' όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βρωμητής < βρωμάομαι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βρωμητής αρσενικό

  ΠηγέςΕπεξεργασία