Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βρωμίδιο τα βρωμίδια
      γενική του βρωμιδίου
βρωμίδιου
των βρωμιδίων
    αιτιατική το βρωμίδιο τα βρωμίδια
     κλητική βρωμίδιο βρωμίδια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βρωμίδιο < βρώμιο + -ίδιο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βρωμίδιο ουδέτερο

  • (χημεία): οποιαδήποτε παράγωγη ουσία στο μόριο της οποίας φέρεται άτομο βρωμίου, όπως π.χ. βρωμίδιο του καλίου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία