Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάρβιτος βάρβιτοι
γενική βαρβίτου βαρβίτων
αιτιατική βάρβιτο βαρβίτους
κλητική βάρβιτε
βάρβιτο*
βάρβιτοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάρβιτος < βαρύς (χαμηλός τονικά) + μίτος (χορδή)
(οι πιο παχιές χορδές, βγάζουν πιο βαρύτονο ήχο· το ίδιο ισχύει για τις μακρύτερες)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάρβιτος αρσενικό ή θηλυκό

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία